Αστικός συνεταιρισμός

Τι είναι ο αστικός συνεταιρισμός

Ο αστικός συνεταιρισμός αποτελεί μορφή συλλογικής οικονομικής οργάνωσης, στην οποία τα μέλη συνεργάζονται για κοινό σκοπό μέσα από συνεταιριστική επιχείρηση. Το άρθρο 1 του Ν. 1667/1986 ορίζει τα βασικά χαρακτηριστικά του και διακρίνει τη δραστηριότητά του από την αγροτική οικονομία. Στην πράξη, η κοινή ανάγκη μπορεί να αφορά την κατανάλωση, τις προμήθειες, τη στέγαση, την πίστη ή την εργασία. Ορισμένες κατηγορίες, όπως οι ενεργειακές κοινότητες και οι συνεταιρισμοί εργαζομένων, διέπονται και από ειδικές νομοθετικές διατάξεις.

Ορισμός κατά τον ν. 1667/1986

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 1667/1986, «αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους γενικά μέσα σε κοινή επιχείρηση». Στην ένωση μπορούν να συμμετέχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τον συγκεκριμένο συνεταιρισμό.

Η λέξη «εκούσια» περιγράφει την ελεύθερη συμμετοχή και συνεργασία των προσώπων, ενώ ο οικονομικός σκοπός σημαίνει ότι ο συνεταιρισμός οργανώνει δραστηριότητα για την κάλυψη κοινών αναγκών των μελών. Το όφελος δεν περιορίζεται σε χρηματικό αποτέλεσμα: μπορεί να συνδέεται με πρόσβαση σε αγαθά ή υπηρεσίες, με κοινή επαγγελματική δράση ή με την κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη των μελών.

Η προϋπόθεση της μη αγροτικής δραστηριότητας οριοθετεί το πεδίο του αστικού συνεταιρισμού σε σχέση με τις δραστηριότητες της αγροτικής οικονομίας. Για παράδειγμα, μια ομάδα κατοίκων που οργανώνει από κοινού την προμήθεια ειδών καθημερινής χρήσης έχει αστικό οικονομικό αντικείμενο. Αντίθετα, η συλλογική οργάνωση παραγωγής αγροτικών προϊόντων αφορά αγροτική δραστηριότητα και δεν υπάγεται στον ορισμό του άρθρου 1 ως αστικός συνεταιρισμός.

Είδη αστικών συνεταιρισμών

Τα είδη αστικών συνεταιρισμών διακρίνονται κυρίως από την ανάγκη που καλύπτουν και τον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονται τα μέλη. Οι παρακάτω περιπτώσεις αποτυπώνουν διαφορετικούς σκοπούς· για ορισμένες ισχύουν, πέρα από τον γενικό νόμο, ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις.

Ενδεικτικά είδη, σκοπός και πρακτικό παράδειγμα
ΕίδοςΚύριος σκοπόςΕνδεικτικό παράδειγμαΠλαίσιο
ΚαταναλωτικόςΚοινή κάλυψη αναγκών κατανάλωσης και πρόσβαση των μελών σε αγαθά.Μέλη οργανώνουν κοινή διάθεση τροφίμων και ειδών οικιακής χρήσης.Ν. 1667/1986
ΠρομηθευτικόςΣυγκέντρωση παραγγελιών και προμήθεια εξοπλισμού ή υλικών για τα μέλη.Αυτοαπασχολούμενοι προμηθεύονται από κοινού αναλώσιμα για την εργασία τους.Ν. 1667/1986
Οικοδομικός ή κτιριακόςΣυνεργασία για στεγαστικές ή κτιριακές ανάγκες των μελών.Μέλη συντονίζουν κοινό σχέδιο για την απόκτηση ή αξιοποίηση χώρου στέγασης.Ν. 1667/1986
ΠιστωτικόςΟικονομική συνεργασία των μελών μέσω συνεταιριστικής πιστωτικής δραστηριότητας.Μέλη συμμετέχουν σε πιστωτικό συνεταιρισμό για την εξυπηρέτηση χρηματοδοτικών αναγκών.Ν. 1667/1986 και Ν. 3601/2007
ΕργαζομένωνΚοινή άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας από τους ίδιους τους εργαζομένους.Οι εργαζόμενοι οργανώνουν συνεταιριστικά επιχείρηση παροχής υπηρεσιών.Ειδικοί κανόνες του Ν. 4430/2016, άρθρο 24
Ενεργειακή κοινότηταΣυνεργασία μελών σε ενεργειακά έργα και δράσεις κοινής ωφέλειας.Μέλη συμμετέχουν σε κοινό έργο παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμη πηγή.Ειδικές διατάξεις του Ν. 4513/2018

Η βασική διαφορά ανάμεσα στις κατηγορίες είναι το αντικείμενο της κοινής επιχείρησης: η καταναλωτική και η προμηθευτική συνεργασία οργανώνουν την πρόσβαση σε αγαθά, ενώ η οικοδομική εστιάζει σε στεγαστικές ή κτιριακές ανάγκες. Ο πιστωτικός συνεταιρισμός αφορά χρηματοοικονομική δραστηριότητα και υπάγεται επίσης στον Ν. 3601/2007. Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων και οι ενεργειακές κοινότητες έχουν ειδικούς κανόνες, αντίστοιχα στον Ν. 4430/2016, άρθρο 24, και στον Ν. 4513/2018.

Ίδρυση αστικού συνεταιρισμού

Η ίδρυση αστικού συνεταιρισμού απαιτεί συμφωνία των ιδρυτών και τήρηση των κανόνων που προβλέπει ο ν. 1667/1986. Η διαδικασία ξεκινά με τη διαμόρφωση καταστατικού που αποτυπώνει τον κοινό σκοπό και τους όρους συνεργασίας των μελών. Ακολουθεί ο έλεγχος και η εγγραφή του καταστατικού στο αρμόδιο δικαστικό μητρώο. Η ακριβής σύνταξη των εγγράφων έχει σημασία, επειδή παραλείψεις ή αντίθετοι όροι μπορούν να εμποδίσουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Μέλη και καταστατικό

Η διαδικασία ίδρυσης συνεταιρισμού αρχίζει με την απόφαση των ιδρυτών να συνεργαστούν για κοινό σκοπό και να καθορίσουν γραπτώς τους κανόνες λειτουργίας. Τα βασικά βήματα είναι τα εξής:

  1. Καθορίστε τον σκοπό και την επωνυμία του φορέα, καθώς και την έδρα του, ώστε οι σχετικές προβλέψεις να αποτυπωθούν με σαφήνεια στο καταστατικό.
  2. Συγκεντρώστε τουλάχιστον 15 ιδρυτικά πρόσωπα για τη σύσταση αστικού συνεταιρισμού. Για καταναλωτικό συνεταιρισμό ο ν. 1667/1986 απαιτεί τουλάχιστον 100 πρόσωπα.
  3. Συντάξτε καταστατικό που ορίζει τους όρους εισόδου, αποχώρησης και διαγραφής μελών, μαζί με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
  4. Προσδιορίστε στο κείμενο τις συνεταιριστικές μερίδες και τους σχετικούς όρους, καθώς και τον τρόπο διοίκησης και εκπροσώπησης του συνεταιρισμού.
  5. Καταγράψτε τους κανόνες σύγκλησης και λειτουργίας της γενικής συνέλευσης, καθώς και τις προβλέψεις για τη διάθεση πλεονάσματος, τη λύση και την εκκαθάριση.
  6. Μετά την οριστικοποίηση του κειμένου, ζητήστε να το υπογράψουν όλα τα ιδρυτικά πρόσωπα· οι υπογραφές τεκμηριώνουν την αποδοχή των κοινών όρων από τους ιδρυτές.

Οι προβλέψεις του καταστατικού πρέπει να είναι συνεπείς μεταξύ τους και να καλύπτουν τα ουσιώδη θέματα οργάνωσης και συμμετοχής. Ασάφειες ή παραλείψεις μπορεί να απαιτήσουν διόρθωση πριν προχωρήσει η εγγραφή.

Εγγραφή στο Ειρηνοδικείο

Η εγγραφή γίνεται στο μητρώο συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα. Η διαδικασία περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:

  1. Η προσωρινή επιτροπή υποβάλλει στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο αίτηση εγγραφής μαζί με το καταστατικό που έχουν υπογράψει οι ιδρυτές.
  2. Το Ειρηνοδικείο εξετάζει αν το καταστατικό περιλαμβάνει τα ουσιώδη στοιχεία και αν οι όροι του είναι σύμφωνοι με τις αναγκαστικές διατάξεις της νομοθεσίας.
  3. Ο ειρηνοδίκης διατάσσει την εγγραφή ή απορρίπτει την αίτηση εντός 10 ημερών. Η προθεσμία αυτή αφορά την έκδοση της σχετικής απόφασης.
  4. Αν η αίτηση απορριφθεί, η προσωρινή επιτροπή ενημερώνεται για τις διορθώσεις που απαιτούνται· κατά της απόρριψης μπορεί να ασκηθεί ένσταση εντός 30 ημερών.
  5. Μετά την εγγραφή, ο συνεταιρισμός αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Εντός 30 ημερών ο γραμματέας αποστέλλει αντίγραφα στον δήμο, στην περιφέρεια και στην αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου.
  6. Η ίδρυση μπορεί να αμφισβητηθεί νομικά μέσα σε δύο μήνες από τότε που έγινε γνωστή, με ανώτατο χρονικό όριο έξι μηνών από την εγγραφή.

Η καταχώριση ολοκληρώνει τη δικαστική διαδικασία και επιτρέπει στον συνεταιρισμό να ενεργεί ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Η προσωρινή επιτροπή παρακολουθεί την πορεία της αίτησης και τις προθεσμίες που συνδέονται με αυτή.

Διοίκηση του αστικού συνεταιρισμού

Η διοίκηση του αστικού συνεταιρισμού κατανέμεται ανάμεσα στη Γενική Συνέλευση, το διοικητικό συμβούλιο και το εποπτικό συμβούλιο. Ο Ν. 1667/1986 καθορίζει βασικούς κανόνες για τη λήψη αποφάσεων και τον έλεγχο, ενώ το καταστατικό εξειδικεύει τη λειτουργία τους. Τα μέλη συμμετέχουν στις συνελεύσεις, ενημερώνονται για τις υποθέσεις του συνεταιρισμού και μπορούν να ζητούν λογοδοσία από τα όργανα. Η τήρηση πρακτικών και η πρόσβαση σε συγκεκριμένα στοιχεία βοηθούν να ελέγχεται στην πράξη η διαχείριση.

Γενική Συνέλευση

Η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο του συνεταιρισμού και αποφασίζει για ζητήματα που επηρεάζουν τη λειτουργία και την πορεία του. Τα μέλη καλούνται να συμμετέχουν με βάση την πρόσκληση και την ημερήσια διάταξη, ώστε να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια θέματα θα τεθούν σε ψηφοφορία.

Κατά κανόνα, κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει. Ο νόμος προβλέπει απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων των παρόντων για τις συνήθεις αποφάσεις, ενώ για ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία. Η απαρτία και οι ειδικότερες προϋποθέσεις ελέγχονται με βάση τον νόμο και το καταστατικό.

  • Εξετάζετε αν η πρόσκληση αναφέρει ημερομηνία, τόπο, ώρα και σαφή ημερήσια διάταξη, ώστε να προετοιμάσετε συγκεκριμένες ερωτήσεις πριν από τη συνέλευση.
  • Συμμετέχετε στη συζήτηση και ψηφίζετε για κάθε θέμα που τίθεται νόμιμα, με μία ψήφο ανά μέλος και χωρίς στάθμιση βάσει κεφαλαίου.
  • Ζητάτε να καταγραφεί στα πρακτικά η απόφαση, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και, όταν χρειάζεται, η αιτιολογημένη διαφωνία σας.
  • Υποβάλλετε στο διοικητικό συμβούλιο γραπτό αίτημα για σύγκληση έκτακτης συνέλευσης, εφόσον συγκεντρώνεται το ποσοστό μελών που προβλέπει ο νόμος.
  • Ζητάτε να τεθεί θέμα εκλογής στην ημερήσια διάταξη όταν πλησιάζει η λήξη θητείας ή υπάρχουν κενές θέσεις, σύμφωνα με το καταστατικό.

Πριν από ψηφοφορία, είναι χρήσιμο να ζητάτε διευκρινίσεις για το κόστος, τις δεσμεύσεις και τον τρόπο εφαρμογής της πρότασης. Μετά τη συνέλευση, ελέγχετε ότι το πρακτικό αποτυπώνει πιστά τις αποφάσεις και τις ανατεθείσες ενέργειες.

Διοικητικό και εποπτικό συμβούλιο

Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση και αναλαμβάνει τη διοίκηση των καθημερινών υποθέσεων, μέσα στα όρια του νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων των μελών. Η εκλογή διοικητικών συμβουλίων πρέπει να καταγράφεται στα πρακτικά, μαζί με τα αποτελέσματα και τη συγκρότηση του συμβουλίου σε σώμα, όπου αυτή προβλέπεται.

Στην πράξη, το συμβούλιο οργανώνει την υλοποίηση των αποφάσεων της συνέλευσης, παρακολουθεί τις συμβάσεις και τις πληρωμές, διαχειρίζεται τους πόρους και φροντίζει να τηρούνται τα εταιρικά βιβλία και έγγραφα. Για παράδειγμα, αν η συνέλευση εγκρίνει την αγορά εξοπλισμού, το συμβούλιο μπορεί να συγκρίνει προσφορές, να ελέγξει τη διαθέσιμη χρηματοδότηση και να τεκμηριώσει την επιλογή του στα πρακτικά του.

Τα μέλη μπορούν να απαιτούν σαφή ενημέρωση για τις ενέργειες του Δ.Σ.: ποια απόφαση εφαρμόστηκε, ποιος ανέλαβε την εκτέλεση, ποια δαπάνη πραγματοποιήθηκε και ποια παραστατικά τη στηρίζουν. Αίτημα πρόσβασης σε πρακτικά, συμβάσεις ή οικονομικά στοιχεία υποβάλλεται συγκεκριμένα και γραπτώς, με σεβασμό στους κανόνες τήρησης αρχείων και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η απάντηση πρέπει να επιτρέπει ουσιαστικό έλεγχο και όχι να περιορίζεται σε αόριστη διαβεβαίωση ότι όλα εξελίσσονται ομαλά.

Το τριμελές εποπτικό συμβούλιο ελέγχει τη διαχείριση και δεν υποκαθιστά το διοικητικό συμβούλιο στη λήψη καθημερινών αποφάσεων. Μπορεί, για παράδειγμα, να αντιπαραβάλει καταχωρίσεις με τιμολόγια και κινήσεις λογαριασμών, να εξετάσει αν μια πληρωμή εγκρίθηκε αρμοδίως ή να ελέγξει αν οι ενέργειες του Δ.Σ. συμφωνούν με τα πρακτικά της συνέλευσης.

Ένας αποτελεσματικός έλεγχος αφήνει ίχνος: τα ευρήματα, οι ερωτήσεις προς το Δ.Σ. και οι απαντήσεις του καταγράφονται, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση διορθωτικών ενεργειών. Όταν διαπιστώνεται ασυμφωνία, τα μέλη μπορούν να ζητήσουν από το εποπτικό συμβούλιο να την εξετάσει και να ενημερώσει τη Γενική Συνέλευση σύμφωνα με τις αρμοδιότητές του.

Συνεταιρισμός εργαζομένων

Ο συνεταιρισμός εργαζομένων είναι αστικός συνεταιρισμός με ειδικό σκοπό, ο οποίος ρυθμίζεται από τον Ν. 4430/2016 και αποκτά εμπορική ιδιότητα σύμφωνα με το άρθρο 24. Μέλη του μπορούν να είναι φυσικά πρόσωπα που εξασφαλίζουν το εισόδημά τους παράγοντας συλλογικά αγαθά ή παρέχοντας υπηρεσίες, ενώ το ίδιο πρόσωπο δεν μπορεί να συμμετέχει σε δεύτερο συνεταιρισμό εργαζομένων. Ο νόμος τον εντάσσει στους φορείς της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όπως προβλέπει το άρθρο 3, αλλά ο βασικός του προσανατολισμός είναι η κοινή επαγγελματική δραστηριότητα των μελών. Για παράδειγμα, πέντε σχεδιαστές μπορούν να οργανώσουν από κοινού ένα γραφείο, να αναλαμβάνουν έργα ως ομάδα και να παράγουν συλλογικά το εισόδημά τους· αντίστοιχα, πέντε μάγειρες μπορούν να λειτουργούν μια κοινή επιχείρηση εστίασης. Η μορφή αυτή είναι συνήθως καταλληλότερη από μια ΚοινΣΕπ όταν προτεραιότητα είναι η αυτοαπασχόληση και η κοινή εργασία των ίδιων των μελών, ενώ η ΚοινΣΕπ ταιριάζει περισσότερο όταν ο κεντρικός σκοπός είναι η συλλογική ή κοινωνική ωφέλεια πέρα από την επαγγελματική απασχόληση των συνεταίρων.

Φορολογία και πλεόνασμα

Για τα νομικά πρόσωπα, ο γενικός συντελεστής φόρου εισοδήματος είναι 22% από το φορολογικό έτος 2021, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του Ν. 4172/2013· ο φόρος υπολογίζεται στο φορολογητέο αποτέλεσμα και όχι απευθείας στον κύκλο εργασιών ή σε κάθε ποσό που εισπράττει ο συνεταιρισμός. Στους φορείς που υπάγονται στο καθεστώς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, το αποτέλεσμα από συναλλαγές με τα μέλη χαρακτηρίζεται πλεόνασμα και, κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4430/2016, παρακολουθείται σε διακριτό λογαριασμό, ώστε να διακρίνεται από το αποτέλεσμα άλλων δραστηριοτήτων. Η διάκριση αντανακλά τη διαφορετική προέλευση των ποσών: το πλεόνασμα συνδέεται με συναλλαγές των μελών στο πλαίσιο της συνεταιριστικής λειτουργίας, ενώ το κέρδος χρησιμοποιείται για το θετικό αποτέλεσμα που προκύπτει από δραστηριότητες οι οποίες δεν καταγράφονται ως συναλλαγές με μέλη. Για παράδειγμα, αν μετά την αναγνώριση των εκπιπτόμενων δαπανών και τις φορολογικές προσαρμογές η φορολογητέα βάση είναι 10.000 ευρώ, ο φόρος με συντελεστή 22% ανέρχεται σε 2.200 ευρώ και απομένουν 7.800 ευρώ μετά τον φόρο· το παράδειγμα δεν σημαίνει ότι κάθε πλεόνασμα φορολογείται αυτομάτως με αυτόν τον τρόπο, καθώς καθοριστική είναι η φορολογητέα βάση που προκύπτει από τα βιβλία και τη φορολογική νομοθεσία. Η χωριστή λογιστική απεικόνιση των συναλλαγών με μέλη και των λοιπών δραστηριοτήτων, με διακριτούς λογαριασμούς και τεκμηριωμένα παραστατικά, διευκολύνει τον ακριβή φορολογικό υπολογισμό, την παρακολούθηση του κεφαλαίου και τον έλεγχο της διαχείρισης.

Συχνές ερωτήσεις για τον αστικό συνεταιρισμό

Οι βασικές απαντήσεις για τον αριθμό των μελών, την εγγραφή και τον καταναλωτικό συνεταιρισμό διευκρινίζουν πρακτικά ζητήματα του Ν. 1667/1986.

Πόσα μέλη χρειάζεται ένας αστικός συνεταιρισμός;

Για την ίδρυση αστικού συνεταιρισμού απαιτούνται τουλάχιστον 15 ιδρυτικά μέλη, ενώ για καταναλωτικό συνεταιρισμό απαιτούνται 100. Ο κανόνας προβλέπεται στο άρθρο 1 του Ν. 1667/1986 και αφορά τον ελάχιστο αριθμό προσώπων που συμπράττουν για τη σύσταση. Για παράδειγμα, 15 κάτοικοι μπορούν να οργανώσουν έναν συνεταιρισμό για κοινή οικονομική δραστηριότητα, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις. Πριν από τη σύνταξη του καταστατικού, ελέγξτε με δικηγόρο ή λογιστή ποιο καθεστώς αντιστοιχεί στον σκοπό και στη δραστηριότητά σας.

Πού εγγράφεται ένας αστικός συνεταιρισμός;

Ο αστικός συνεταιρισμός εγγράφεται στο μητρώο συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου της έδρας του. Για τη σύσταση υποβάλλεται εκεί το καταστατικό, ώστε να ελεγχθεί και να γίνει η καταχώριση που ολοκληρώνει τη διαδικασία σύμφωνα με τον Ν. 1667/1986. Η υποβολή και η εξέταση συνδέονται με νόμιμες προθεσμίες, οι οποίες πρέπει να ελεγχθούν με βάση τα ισχύοντα κατά τον χρόνο κατάθεσης· η μη τήρησή τους μπορεί να καθυστερήσει την εγγραφή. Επειδή η νομοθεσία και οι αρμοδιότητες ενδέχεται να αλλάζουν, επιβεβαιώστε τα απαιτούμενα έγγραφα και τις προθεσμίες με δικηγόρο ή λογιστή.

Τι είναι ο καταναλωτικός συνεταιρισμός;

Καταναλωτικός συνεταιρισμός είναι μια συλλογική οργάνωση μελών που καλύπτουν από κοινού ανάγκες τους σε αγαθά ή υπηρεσίες. Για την ίδρυσή του απαιτούνται τουλάχιστον 100 ιδρυτές, αντί για το γενικό ελάχιστο των 15, όπως ορίζει το άρθρο 1 του Ν. 1667/1986. Το αυξημένο όριο αποτελεί ειδική προϋπόθεση για αυτή τη μορφή συνεταιρισμού. Για παράδειγμα, 100 μέλη μπορούν να οργανώσουν κοινές προμήθειες βασικών προϊόντων για την κάλυψη των καταναλωτικών αναγκών τους. Πριν επιλεγεί αυτή η μορφή, ζητήστε από δικηγόρο ή λογιστή να ελέγξει το ισχύον νομικό πλαίσιο και την καταλληλότητά της για τον σχεδιαζόμενο σκοπό.