Συνεταιρισμός: ένας πρακτικός οδηγός

Τι είναι ο συνεταιρισμός, ποιες μορφές προβλέπει η ελληνική νομοθεσία, πώς ιδρύεται και πώς διοικείται δημοκρατικά από τα μέλη του. Δείτε περισσότερα στο NV Casino.

Χέρια μελών συνεταιρισμού διαλέγουν ελιές σε ξύλινο τραπέζι διαλογής
Μέλη συνεταιρισμού σε γενική συνέλευση γύρω από ξύλινο τραπέζι

Για τον οδηγό

Ο Συνεταιριστικός Οδηγός είναι ανεξάρτητος ενημερωτικός ιστότοπος για τους συνεταιρισμούς και την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία στην Ελλάδα: νομικές μορφές, ίδρυση, διοίκηση, φορολογία, ενεργειακές κοινότητες και παραδείγματα από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Θεματικές ενότητες

ΚοινΣΕπ

Η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση του ν. 4430/2016: είδη, μέλη, ίδρυση και υποχρεώσεις.

Αγροτικοί

Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί του ν. 4673/2020: ίδρυση, μέλη, ενώσεις και διάθεση της παραγωγής.

Ενέργεια

Οι ενεργειακές κοινότητες: πολίτες, δήμοι και επιχειρήσεις που παράγουν μαζί ενέργεια από ΑΠΕ.

Τι είναι ο συνεταιρισμός

Ο συνεταιρισμός οργανώνει ανθρώπους που επιδιώκουν να καλύψουν κοινές ανάγκες μέσα από μια επιχείρηση την οποία κατέχουν και ελέγχουν από κοινού. Η ταυτότητά του αποτυπώνεται σε διεθνώς αναγνωρισμένο ορισμό και σε επτά αρχές που καθοδηγούν τη λειτουργία του. Στην Ελλάδα, ο αστικός συνεταιρισμός περιγράφεται ειδικά στον Ν. 1667/1986, άρθρο 1. Η δημοκρατική συμμετοχή των μελών τον διαφοροποιεί από μια ανώνυμη εταιρεία, όπου η ψήφος συνδέεται κατά κανόνα με τις μετοχές. Οι διαφορές αυτές επηρεάζουν τόσο τη λήψη αποφάσεων όσο και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το οικονομικό αποτέλεσμα.

Ορισμός

Η Διεθνής Συμμαχία Συνεταιρισμών (ICA), στη Δήλωση για τη Συνεταιριστική Ταυτότητα του 1995, ορίζει τον συνεταιρισμό ως «αυτόνομη ένωση προσώπων που ενώνονται εθελοντικά για να καλύψουν κοινές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες και επιδιώξεις μέσω μιας επιχείρησης που τους ανήκει από κοινού και ελέγχεται δημοκρατικά». Ο ορισμός περιγράφει δύο αλληλένδετες πλευρές: την ένωση των προσώπων και την κοινή επιχείρηση. Τα μέλη συνεργάζονται για συγκεκριμένες ανάγκες, ενώ συμμετέχουν στον έλεγχο του φορέα που παρέχει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες.

Στην Ελλάδα, ο Ν. 1667/1986, άρθρο 1, ορίζει τον αστικό συνεταιρισμό ως εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία, χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, επιδιώκει με τη συνεργασία των μελών την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξή τους και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους μέσα σε κοινή επιχείρηση. Η διατύπωση συνδέει ρητά τον οικονομικό σκοπό με τη συνεργασία και την ευρύτερη ωφέλεια των μελών.

Για παράδειγμα, επαγγελματίες μιας περιοχής μπορούν να συμμετέχουν σε κοινό συνεταιριστικό εργαστήριο, να οργανώνουν από κοινού την προμήθεια εξοπλισμού και να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εγκρίνει ως μέλη. Η επιχείρηση δεν λειτουργεί απλώς ως πάροχος προς πελάτες: οι συμμετέχοντες είναι ταυτόχρονα συνιδιοκτήτες και φορείς λήψης αποφάσεων.

Η ICA αναφέρει ότι περίπου το 12% της ανθρωπότητας είναι μέλη συνεταιρισμών παγκοσμίως. Το ποσοστό αυτό αποδίδεται στην ICA, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένο έτος στη σχετική συνοπτική αναφορά. Αντανακλά την παγκόσμια διάδοση μιας μορφής συλλογικής οικονομικής οργάνωσης που δρα σε διαφορετικούς κλάδους και κοινωνικά περιβάλλοντα.

Οι επτά συνεταιριστικές αρχές

Η ICA διατύπωσε το 1995 επτά αρχές που μετατρέπουν τη συνεταιριστική ταυτότητα σε κατευθύνσεις καθημερινής λειτουργίας. Κάθε αρχή συνδέεται με συγκεκριμένη πρακτική, από την είσοδο νέων μελών έως τη συνεργασία μεταξύ διαφορετικών συνεταιρισμών.

  • Εθελοντική και ανοικτή συμμετοχή: Ο συνεταιρισμός δέχεται όσους μπορούν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του και αποδέχονται τις ευθύνες της ιδιότητας μέλους· για παράδειγμα, δημοσιοποιεί σαφή κριτήρια εγγραφής.
  • Δημοκρατικός έλεγχος από τα μέλη: Τα μέλη συμμετέχουν στη διαμόρφωση πολιτικών και αποφάσεων· σε πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο.
  • Οικονομική συμμετοχή των μελών: Τα μέλη συνεισφέρουν στο κεφάλαιο και αποφασίζουν δημοκρατικά για τη διάθεσή του· ένας συνεταιρισμός μπορεί να εγκρίνει ενίσχυση των κοινών αποθεματικών.
  • Αυτονομία και ανεξαρτησία: Συμφωνίες με δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς δεν πρέπει να αφαιρούν τον δημοκρατικό έλεγχο των μελών· οι όροι χρηματοδότησης ελέγχονται πριν εγκριθούν.
  • Εκπαίδευση, κατάρτιση και ενημέρωση: Ο συνεταιρισμός επιμορφώνει μέλη και εργαζομένους και ενημερώνει το κοινό· μπορεί να οργανώσει ετήσια εκπαίδευση για την ανάγνωση οικονομικών καταστάσεων.
  • Συνεργασία μεταξύ συνεταιρισμών: Οι συνεταιρισμοί ενισχύουν το κίνημα δουλεύοντας μαζί· δύο τοπικοί φορείς μπορούν να συντονίσουν κοινές προμήθειες ή υπηρεσίες.
  • Μέριμνα για την κοινότητα: Τα μέλη εγκρίνουν δράσεις που συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη της περιοχής· ένας συνεταιρισμός μπορεί να προτιμά τοπικούς προμηθευτές με διαφανή κριτήρια.

Οι αρχές λειτουργούν ως κοινό πλαίσιο αξιολόγησης αποφάσεων, όχι ως επτά μεμονωμένοι στόχοι. Για παράδειγμα, μια δράση κατάρτισης μπορεί ταυτόχρονα να ενισχύσει τη συμμετοχή των μελών και να βελτιώσει τη συνεργασία με άλλους συνεταιρισμούς.

Συνεταιρισμός και εταιρεία

Η βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό και μια ανώνυμη εταιρεία αφορά το ποιος έχει τον έλεγχο και πώς συνδέεται η ψήφος με την οικονομική συμμετοχή. Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τη συνήθη διάκριση, με αναφορά στις κοινές μετοχές της ανώνυμης εταιρείας.

Πρωτοβάθμιος συνεταιρισμός και ανώνυμη εταιρεία
ΚριτήριοΠρωτοβάθμιος συνεταιρισμόςΑνώνυμη εταιρεία
ΙδιοκτησίαΑνήκει στα μέλη του, τα οποία συμμετέχουν στην κοινή συνεταιριστική επιχείρηση.Ανήκει στους μετόχους, οι οποίοι κατέχουν μετοχές της εταιρείας.
ΨήφοιΙσχύει «ένα μέλος, μία ψήφος», ανεξάρτητα από τον αριθμό των συνεταιριστικών μερίδων.Στις κοινές μετοχές, τα δικαιώματα ψήφου ακολουθούν τον αριθμό των μετοχών.
Κατανομή αποτελέσματοςΗ διάθεση του πλεονάσματος αποφασίζεται σύμφωνα με τους συνεταιριστικούς κανόνες και τη συμμετοχή των μελών στις συναλλαγές.Η διανομή μερίσματος αποφασίζεται από τα αρμόδια εταιρικά όργανα και συνδέεται με τη μετοχική συμμετοχή.

Στον συνεταιρισμό, η ίση ψήφος διατηρεί τον έλεγχο στα μέλη ως πρόσωπα και όχι ως κατόχους μεγαλύτερου κεφαλαίου. Στην ανώνυμη εταιρεία, η ψήφος που συνδέεται με τις κοινές μετοχές δίνει μεγαλύτερη επιρροή σε όσους κατέχουν περισσότερες.

Η επιλογή εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο τρόπο ιδιοκτησίας και λήψης αποφάσεων: ο συνεταιρισμός ταιριάζει όταν οι συμμετέχοντες θέλουν να ελέγχουν από κοινού μια επιχείρηση με βάση την ιδιότητα του μέλους, ενώ η ανώνυμη εταιρεία εξυπηρετεί μοντέλο στο οποίο η επιρροή συνδέεται με τη μετοχική συμμετοχή.

Φωτοβολταϊκά πάνελ σε στέγες χωριού για ενεργειακή κοινότητα

Σύντομη ιστορία των συνεταιρισμών

Η ιστορία των συνεταιρισμών περιλαμβάνει πρώιμες μορφές οικονομικής συνεργασίας, αλλά και θεσμούς που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη συνεταιριστική ταυτότητα. Στα τέλη του 18ου αιώνα, η Κοινή Συντροφία στα Αμπελάκια οργάνωσε την παραγωγή και το εμπόριο βαμμένου βαμβακερού νήματος. Το 1844, στο Ρότσντεϊλ της Αγγλίας, ιδρύθηκε ένα πρότυπο καταναλωτικού συνεταιρισμού με διεθνή επιρροή. Στην Ελλάδα, ο Ν. 602/1915 αποτέλεσε το πρώτο νομοθετικό ορόσημο, ενώ μεταγενέστερες διεθνείς αποφάσεις και το Σύνταγμα διαμόρφωσαν το ευρύτερο πλαίσιο.

Από τα Αμπελάκια στο Rochdale

Περίπου το 1780, στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας, αναπτύχθηκε η Κοινή Συντροφία, μια οργανωμένη συνεργασία κατοίκων που συνδέθηκε κυρίως με την επεξεργασία και την εμπορία βαμβακερού νήματος. Το νήμα βαφόταν με κόκκινο χρώμα από ριζάρι, τεχνική που έδωσε στα προϊόντα της περιοχής αναγνωρίσιμη όψη. Η δραστηριότητα δεν περιοριζόταν στην παραγωγή: τοπικοί παραγωγοί, τεχνίτες και έμποροι συνεργάζονταν ώστε τα προϊόντα να φτάνουν σε αγορές εκτός Θεσσαλίας, ακόμη και στην Κεντρική Ευρώπη.

Η Κοινή Συντροφία αποτελεί σημαντικό πρώιμο παράδειγμα συλλογικής οικονομικής δράσης στον ελληνικό χώρο, όχι όμως συνεταιρισμό με τη σημερινή νομική έννοια. Η οργάνωσή της προηγήθηκε κατά περισσότερο από έναν αιώνα της πρώτης ελληνικής νομοθεσίας για τους συνεταιρισμούς, ενώ λειτουργούσε σε διαφορετικό κοινωνικό και εμπορικό περιβάλλον. Η ιστορική της σημασία βρίσκεται στο ότι συνδύασε την τοπική παραγωγή με κοινή εμπορική δραστηριότητα και επέτρεψε σε μια ορεινή κοινότητα να συμμετάσχει σε ευρύτερα δίκτυα αγοράς.

Το επόμενο καθοριστικό σημείο βρίσκεται στην Αγγλία. Το 1844, είκοσι οκτώ εργάτες και τεχνίτες στο Ρότσντεϊλ ίδρυσαν τον «Συνεταιρισμό των Δίκαιων Πρωτοπόρων» και άνοιξαν κατάστημα για την προμήθεια βασικών αγαθών. Η πρωτοβουλία απαντούσε στις δυσκολίες πρόσβασης των εργατικών οικογενειών σε αξιόπιστα προϊόντα και σε δίκαιες συναλλαγές. Τα μέλη συγκέντρωσαν κεφάλαιο και οργάνωσαν μια επιχείρηση στην οποία οι ίδιοι ήταν ταυτόχρονα χρήστες και συνιδιοκτήτες.

Το Ρότσντεϊλ θεωρείται το πρώτο σύγχρονο συνεταιριστικό παράδειγμα, επειδή η λειτουργία του στηρίχθηκε σε σαφέστερους κανόνες συμμετοχής, ελέγχου από τα μέλη και διάθεσης του αποτελέσματος. Η εμπειρία του καταγράφηκε και απέκτησε επιρροή πέρα από την τοπική αγορά, προσφέροντας πρακτικό πρότυπο για μεταγενέστερες οργανώσεις. Το 1937 η Διεθνής Συνεταιριστική Συμμαχία αναγνώρισε τις αρχές του Ρότσντεϊλ ως σημείο αναφοράς· η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη διαμόρφωση κοινής διεθνούς γλώσσας για τον συνεταιρισμό.

Συνεταιρισμοί στην Ελλάδα

Η πρώτη ειδική ελληνική νομοθεσία για τους συνεταιρισμούς θεσπίστηκε με τον Ν. 602/1915, με τίτλο «περί συνεταιρισμών». Ο νόμος έδωσε οργανωμένο νομικό πλαίσιο σε συλλογικές οικονομικές πρωτοβουλίες, σε μια περίοδο κατά την οποία η αγροτική παραγωγή και η ανάγκη κοινής διάθεσης προϊόντων είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η θέσπιση ειδικού νόμου σηματοδότησε τη μετάβαση από επιμέρους συνεργατικές πρακτικές σε θεσμό αναγνωρισμένο από την ελληνική έννομη τάξη.

Το Σύνταγμα του 1975 κατοχυρώνει στο άρθρο 12 παράγραφος 4 την προστασία των αγροτικών και αστικών συνεταιρισμών κάθε είδους. Η διάταξη προβλέπει ότι η σύστασή τους και η λειτουργία τους διέπονται από ειδικούς νόμους και αναθέτει στο κράτος την εποπτεία και την ανάπτυξή τους. Η συνταγματική αναφορά τοποθετεί τη συνεταιριστική οργάνωση στο πλαίσιο της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη θεσμική σημασία της.

Η ελληνική νομοθετική εξέλιξη συνέπεσε χρονικά με τη διαμόρφωση διεθνών θεσμών και κοινών σημείων αναφοράς. Η Διεθνής Συνεταιριστική Συμμαχία ιδρύθηκε το 1895 στο Λονδίνο, με στόχο τη σύνδεση συνεταιριστικών οργανώσεων από διαφορετικές χώρες. Το 1937, στο συνέδριό της στο Παρίσι, υιοθέτησε τις αρχές του Ρότσντεϊλ ως διεθνές πλαίσιο αναφοράς. Το 1995, στο συνέδριο του Μάντσεστερ, διατύπωσε τη συνεταιριστική ταυτότητα και τις επτά αρχές που χρησιμοποιούνται διεθνώς.

Τα Ηνωμένα Έθνη ανέδειξαν επίσης τον ρόλο των συνεταιρισμών σε δύο ειδικά αφιερωμένα έτη. Το 2012 ανακηρύχθηκε Διεθνές Έτος Συνεταιρισμών, με έμφαση στη συμβολή τους στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Για το 2025 ανακηρύχθηκε νέο Διεθνές Έτος Συνεταιρισμών, επαναφέροντας στο διεθνές προσκήνιο την αξία των συλλογικών επιχειρηματικών σχημάτων. Οι ημερομηνίες αυτές συνδέουν την ελληνική θεσμική πορεία με μια μακρύτερη διεθνή ιστορία συνεργασίας και αναγνώρισης.

Μορφές συνεταιρισμών στην Ελλάδα

Η κατάλληλη μορφή συνεταιρισμού εξαρτάται κυρίως από τη δραστηριότητα και την ομάδα που θέλει να συνεργαστεί. Για γεωργική παραγωγή ισχύει διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο από εκείνο μιας καταναλωτικής ομάδας ή μιας κοινωνικής πρωτοβουλίας. Οι σχετικοί νόμοι ορίζουν διαφορετικό ελάχιστο αριθμό ιδρυτών και διαφορετική διαδικασία καταχώρισης. Στις ενεργειακές πρωτοβουλίες, το πλαίσιο του 2018 μεταβλήθηκε με τον Ν.5037/2023. Η σύγκριση των βασικών χαρακτηριστικών βοηθά να συνδεθεί ο σκοπός με τη νομική μορφή.

Αστικός συνεταιρισμός

Ο αστικός συνεταιρισμός διέπεται από τον Ν.1667/1986 και εξυπηρετεί δραστηριότητες που δεν έχουν αγροτικό χαρακτήρα. Μπορεί να οργανώσει, για παράδειγμα, κοινές υπηρεσίες ή συλλογική προμήθεια αγαθών, ανάλογα με τον σκοπό που περιγράφεται στο καταστατικό. Για την ίδρυσή του απαιτούνται τουλάχιστον 15 ιδρυτές. Αν πρόκειται για καταναλωτικό συνεταιρισμό, το ελάχιστο ανεβαίνει στα 100 μέλη, επομένως η επιλογή αυτής της ειδικότερης μορφής προϋποθέτει ευρύτερη βάση συμμετοχής.

Η καταχώριση γίνεται στο μητρώο συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου. Η καταχώριση αυτή διακρίνει τον αστικό συνεταιρισμό από μορφές που υπάγονται σε διαφορετικό μητρώο, όπως οι αγροτικοί συνεταιρισμοί. Για μια ομάδα που σχεδιάζει μη αγροτική δραστηριότητα, ο αριθμός των ιδρυτών είναι πρακτικό κριτήριο από την αρχή: 15 επαρκούν για τον γενικό αστικό τύπο, ενώ μια καταναλωτική ομάδα χρειάζεται να συγκεντρώσει 100 ιδρυτές.

Η μορφή μπορεί να ταιριάξει σε ομάδες που θέλουν να αναπτύξουν κοινή οικονομική δραστηριότητα έξω από τον πρωτογενή τομέα. Για παράδειγμα, μια ομάδα καταναλωτών που επιδιώκει οργανωμένες κοινές αγορές εξετάζει τον καταναλωτικό τύπο και το όριο των 100 μελών. Αντίθετα, μια μη αγροτική ομάδα με 15 ιδρυτές εξετάζει τον γενικό αστικό συνεταιρισμό, με βάση το αντικείμενο και τους όρους που θα αποτυπωθούν στο καταστατικό.

Αγροτικός συνεταιρισμός

Ο αγροτικός συνεταιρισμός ρυθμίζεται από τον Ν.4673/2020 και απευθύνεται σε παραγωγούς που συνεργάζονται γύρω από την αγροτική δραστηριότητα. Τυπικοί σκοποί είναι η οργάνωση της παραγωγής, η συνεργασία σε εργασίες που συνδέονται με αυτήν και η κοινή εξυπηρέτηση αναγκών των αγροτών. Για την ίδρυση απαιτούνται τουλάχιστον 10 ιδρυτές. Ο νόμος προβλέπει δυνατότητα εξαιρέσεων με αιτιολογία, ενώ για γυναικείους αγροτικούς συνεταιρισμούς το ελάχιστο είναι 5 ιδρύτριες.

Η καταχώριση πραγματοποιείται στο Εθνικό Μητρώο Αγροτικών Συνεταιρισμών, γνωστό ως ΕΜΑΣ. Η υπαγωγή στο συγκεκριμένο μητρώο συνδέεται με τον αγροτικό χαρακτήρα της δραστηριότητας, όχι απλώς με το γεγονός ότι οι ιδρυτές κατοικούν σε αγροτική περιοχή. Έτσι, παραγωγοί που θέλουν να οργανώσουν κοινή παραγωγική ή συνεργατική δράση εξετάζουν πρώτα αν ο σκοπός τους εμπίπτει στο πλαίσιο του Ν.4673/2020.

Το όριο των 10 ιδρυτών είναι το βασικό σημείο εκκίνησης για μια ομάδα αγροτών. Εφόσον συντρέχει αιτιολογημένη περίπτωση εξαίρεσης, η δυνατότητα αυτή χρειάζεται να τεκμηριωθεί κατά την ίδρυση· δεν αποτελεί γενικό κανόνα που αντικαθιστά το ελάχιστο. Για γυναικείο αγροτικό συνεταιρισμό, αντίστοιχα, εφαρμόζεται το ειδικό όριο των 5 ιδρυτριών. Η μορφή είναι κατάλληλη για γεωργικούς παραγωγούς που επιδιώκουν συνεργασία με σαφή αγροτικό αντικείμενο και καταχώριση στο ΕΜΑΣ.

Φορείς κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας

Στους φορείς κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας περιλαμβάνονται διαφορετικά σχήματα, με ιδιαίτερο κοινωνικό ή εργασιακό προσανατολισμό. Η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση διέπεται από τον Ν.4430/2016 και καταχωρίζεται στο Μητρώο Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας. Ο ελάχιστος αριθμός ιδρυτών είναι 5 για ΚοινΣΕπ Συλλογικής και Κοινωνικής Ωφέλειας και 7 για ΚοινΣΕπ Ένταξης. Η διάκριση συνδέεται με τον τύπο της επιχείρησης και τον σκοπό που δηλώνεται κατά τη σύστασή της.

Η ΚοινΣΕπ επιτρέπει σε μια ομάδα να οργανώσει οικονομική δραστηριότητα με κοινωνικό προσανατολισμό. Η επιλογή ανάμεσα στους δύο τύπους δεν γίνεται μόνο με βάση το μέγεθος της ομάδας: χρειάζεται να ταιριάζει και με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Επομένως, μια πρωτοβουλία με 5 ιδρυτές εξετάζει τον τύπο Συλλογικής και Κοινωνικής Ωφέλειας, ενώ για ΚοινΣΕπ Ένταξης απαιτούνται 7 ιδρυτές και αντίστοιχη στόχευση ένταξης.

Οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης, ή ΚοιΣΠΕ, προβλέπονται από τον Ν.2716/1999, άρθρο 12. Αποτελούν ειδική μορφή κοινωνικής συνεταιριστικής δράσης με αντικείμενο την κοινωνικοοικονομική ένταξη και την επαγγελματική αποκατάσταση ατόμων με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες. Η ειδική ρύθμιση τους διαφοροποιεί από μια γενική ΚοινΣΕπ: ο σκοπός και το πεδίο δραστηριότητάς τους συνδέονται με την ψυχική υγεία και την κοινωνική ένταξη.

Ο Ν.4430/2016, άρθρο 24, προβλέπει επίσης συνεταιρισμούς εργαζομένων. Σε αυτούς, οι εργαζόμενοι οργανώνουν από κοινού την επαγγελματική τους δραστηριότητα σε συνεταιριστική βάση. Η μορφή απευθύνεται σε εργασιακές πρωτοβουλίες που θέλουν να λειτουργήσουν συλλογικά και όχι σε ομάδα που απλώς επιδιώκει έναν κοινωνικό σκοπό χωρίς κοινή εργασιακή οργάνωση. Για κοινωνικές δράσεις εξετάζεται η ΚοινΣΕπ ή, όταν συντρέχει το ειδικό αντικείμενο ψυχικής υγείας, ο ΚοιΣΠΕ· για κοινή επαγγελματική δραστηριότητα εργαζομένων εξετάζεται ο συνεταιρισμός εργαζομένων.

Ενεργειακή κοινότητα

Ο Ν.4513/2018 καθιέρωσε τις ενεργειακές κοινότητες ως αστικούς συνεταιρισμούς ειδικού σκοπού. Για τη σύστασή τους απαιτούνταν τουλάχιστον 5 μέλη. Η μορφή έδωσε τη δυνατότητα σε τοπικές ομάδες να οργανώσουν συνεργατικά έργα στον ενεργειακό τομέα, με σκοπό που συνδέεται με την παραγωγή, την αξιοποίηση ή τη διαχείριση ενέργειας. Το τοπικό στοιχείο αποτελεί χαρακτηριστικό της αρχικής θεσμικής προσέγγισης.

Με τον Ν.5037/2023 μεταβλήθηκε το θεσμικό πλαίσιο και εισήχθησαν οι Κοινότητες Ανανεώσιμης Ενέργειας (ΚΑΕ) και οι Ενεργειακές Κοινότητες Πολιτών (ΕΚΠ). Οι νέες ονομασίες αποτυπώνουν διαφορετικές κατηγορίες κοινοτήτων στο αναθεωρημένο πλαίσιο. Για μια πρωτοβουλία που σχεδιάζει σήμερα ενεργειακό έργο, έχει σημασία να εξετάσει ποια από αυτές τις μορφές αντιστοιχεί στον σκοπό και στη δομή της, αντί να θεωρεί ότι κάθε νέα κοινότητα ιδρύεται με τους ίδιους όρους της μορφής του 2018.

Το ελάχιστο των 5 μελών αφορά την ενεργειακή κοινότητα του Ν.4513/2018. Επειδή ο Ν.5037/2023 εισήγαγε ΚΑΕ και ΕΚΠ, η επιλογή μορφής χρειάζεται να βασίζεται στο ισχύον πλαίσιο για το συγκεκριμένο έργο. Για παράδειγμα, μια τοπική ομάδα που επιδιώκει κοινή πρωτοβουλία ενέργειας μπορεί να συγκρίνει τον σκοπό της με τις κατηγορίες ΚΑΕ και ΕΚΠ, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παλαιότερη ενεργειακή κοινότητα είχε χαρακτήρα αστικού συνεταιρισμού ειδικού σκοπού.

Σύγκριση μορφών

Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τα βασικά σημεία επιλογής: νομοθεσία, ελάχιστους ιδρυτές, καταχώριση και τυπικό αντικείμενο. Στις μορφές όπου το ελάχιστο ή το μητρώο δεν προσδιορίζεται εδώ με συγκεκριμένο αριθμό, αναφέρεται το σχετικό νομικό πλαίσιο αντί να συναχθεί διαφορετικό όριο.

Βασικές μορφές συνεταιρισμών και συναφών φορέων στην Ελλάδα
ΜορφήΝόμοςΕλάχιστοι ιδρυτέςΜητρώο ή καταχώρισηΤυπικός σκοπός
Αστικός συνεταιρισμόςΝ.1667/198615· καταναλωτικός 100Μητρώο συνεταιρισμών του ΕιρηνοδικείουΜη αγροτική οικονομική δραστηριότητα
Αγροτικός συνεταιρισμόςΝ.4673/202010· γυναικείος 5· προβλέπονται αιτιολογημένες εξαιρέσειςΕΜΑΣΠαραγωγή και συνεργασία αγροτών
ΚοινΣΕπΝ.4430/20165 για Συλλογικής και Κοινωνικής Ωφέλειας· 7 για ΈνταξηςΜητρώο Κοινωνικής και Αλληλέγγυας ΟικονομίαςΟικονομική δραστηριότητα με κοινωνικό προσανατολισμό
ΚοιΣΠΕΝ.2716/1999, άρθρο 12Ειδική μορφή του νόμουΠλαίσιο ΚοιΣΠΕΚοινωνικοοικονομική ένταξη και επαγγελματική αποκατάσταση
Συνεταιρισμός εργαζομένωνΝ.4430/2016, άρθρο 24Πλαίσιο συνεταιρισμού εργαζομένωνΠλαίσιο Ν.4430/2016Κοινή οργάνωση εργασιακής δραστηριότητας
Ενεργειακή κοινότηταΝ.4513/2018· μεταβολές με Ν.5037/2023Τουλάχιστον 5 κατά τον Ν.4513/2018Νέες κατηγορίες ΚΑΕ και ΕΚΠ με τον Ν.5037/2023Τοπικά έργα και συνεργασία στον ενεργειακό τομέα

Για γεωργικούς παραγωγούς, η πιο άμεση αντιστοίχιση είναι ο αγροτικός συνεταιρισμός· για καταναλωτικές ομάδες, ο καταναλωτικός αστικός συνεταιρισμός, εφόσον συγκεντρώνονται 100 ιδρυτές. Εργασιακές πρωτοβουλίες εξετάζουν τον συνεταιρισμό εργαζομένων, ενώ κοινωνικές πρωτοβουλίες αξιολογούν την ΚοινΣΕπ ή τον ΚοιΣΠΕ ανάλογα με τον σκοπό τους. Για τοπικά ενεργειακά έργα, η επιλογή γίνεται ανάμεσα στις σχετικές κατηγορίες του πλαισίου μετά τον Ν.5037/2023.

Πώς διοικείται ένας συνεταιρισμός

Η διοίκηση ενός συνεταιρισμού συνδυάζει τη συμμετοχή των μελών με εκλεγμένα όργανα και διαδικασίες ελέγχου. Η Γενική Συνέλευση καθορίζει τις βασικές επιλογές και εκλέγει το Διοικητικό Συμβούλιο, ενώ η καθημερινή διαχείριση ανατίθεται στα όργανα που προβλέπει ο νόμος και το καταστατικό. Οι αρμοδιότητες και η σύνθεση διαφέρουν ανάλογα με τη νομική μορφή, όπως ο αστικός ή ο αγροτικός συνεταιρισμός. Η συνεταιριστική μερίδα συνδέει την οικονομική συμμετοχή με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κάθε μέλους.

Γενική Συνέλευση

Η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο του συνεταιρισμού και αποτελεί τον χώρο όπου τα μέλη ασκούν συλλογικά τις αρμοδιότητές τους. Μεταξύ των βασικών αποφάσεών της είναι η εκλογή του Διοικητικού Συμβουλίου, η έγκριση των πεπραγμένων και η εξέταση θεμάτων που ο νόμος ή το καταστατικό αναθέτουν στα μέλη. Η διοίκηση οφείλει να εφαρμόζει τις αποφάσεις της Συνέλευσης μέσα στα νόμιμα όρια και σύμφωνα με τους καταστατικούς κανόνες.

Η τακτική συνέλευση πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, όπως ορίζει το εφαρμοστέο πλαίσιο και το καταστατικό, ενώ έκτακτη συνέλευση συγκαλείται όταν προκύπτει επείγον ή ειδικό ζήτημα. Η πρόσκληση πρέπει να γνωστοποιεί στα μέλη τον χρόνο, τον τόπο και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Οι προθεσμίες κοινοποίησης, η απαιτούμενη απαρτία και οι πλειοψηφίες δεν είναι ίδιες για κάθε νομική μορφή· χρειάζεται έλεγχος της σχετικής νομοθεσίας και του καταστατικού.

Οι αποφάσεις λαμβάνονται με ψηφοφορία και καταγράφονται στα πρακτικά, ώστε να είναι σαφές τι εγκρίθηκε και με ποια διαδικασία. Στον συνεταιριστικό τρόπο λειτουργίας, η ψήφος συνδέεται κατά κανόνα με την ιδιότητα του μέλους και όχι απλώς με το ύψος της οικονομικής συμμετοχής· οι ειδικοί κανόνες εξαρτώνται από τη μορφή του φορέα. Τα μέλη μπορούν να συμμετέχουν στη συζήτηση, να ψηφίζουν, να θέτουν ζητήματα προς εξέταση και να είναι υποψήφια για εκλογή, εφόσον πληρούνται οι όροι του νόμου και του καταστατικού.

Η συνέλευση δεν είναι μόνο εκλογική διαδικασία: μπορεί να αποφασίζει για αλλαγές στο καταστατικό, βασικούς αναπτυξιακούς στόχους και ζητήματα που επηρεάζουν τη λειτουργία ή την πορεία του συνεταιρισμού. Η ενεργή συμμετοχή προϋποθέτει ενημέρωση πριν από την ψηφοφορία και έλεγχο των πρακτικών μετά τη συνεδρίαση.

Έλεγχοι πριν την εγγραφή

Πριν αποκτήσετε την ιδιότητα του μέλους, εξετάστε τα έγγραφα και τους όρους που καθορίζουν τη συμμετοχή σας:

  • Διαβάστε το καταστατικό και ελέγξτε τους σκοπούς, τις δραστηριότητες, τις αρμοδιότητες των οργάνων και τους κανόνες συμμετοχής στις συνελεύσεις.
  • Επιβεβαιώστε την αξία της υποχρεωτικής μερίδας, τυχόν πρόσθετη συνεισφορά και το πότε πρέπει να καταβληθούν τα σχετικά ποσά.
  • Ελέγξτε γραπτώς τους όρους αποχώρησης, την προθεσμία ενημέρωσης και τον τρόπο με τον οποίο επιστρέφεται ή εκκαθαρίζεται η μερίδα.
  • Διευκρινίστε τα δικαιώματα ψήφου, τις προϋποθέσεις υποψηφιότητας και αν υπάρχουν περιορισμοί συμμετοχής σε συγκεκριμένες αποφάσεις.
  • Μάθετε πώς αποφασίζονται οι κατανομές πλεονάσματος και ποιοι κανόνες εφαρμόζονται πριν από οποιαδήποτε διανομή στα μέλη.

Ζητήστε τις ισχύουσες εκδόσεις του καταστατικού και των σχετικών αποφάσεων, όχι μόνο προφορική περιγραφή των όρων. Η σύγκριση των εγγράφων με τις πραγματικές υποχρεώσεις συμμετοχής βοηθά να εκτιμήσετε αν ο συνεταιρισμός ανταποκρίνεται στις προσδοκίες σας.

Διοίκηση και εποπτεία

Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση και αναλαμβάνει τη διαχείριση των υποθέσεων του συνεταιρισμού μέσα στα όρια του νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων των μελών. Ανάλογα με τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί, οργανώνει την καθημερινή λειτουργία, εκπροσωπεί τον φορέα, παρακολουθεί τις οικονομικές και διοικητικές υποχρεώσεις και προετοιμάζει θέματα για τη συνέλευση. Οι αποφάσεις του λαμβάνονται με τη διαδικασία που προβλέπεται για το συγκεκριμένο συνεταιρισμό και αποτυπώνονται στα πρακτικά του οργάνου.

Η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δεν μεταφέρει σε αυτά όλες τις εξουσίες της Γενικής Συνέλευσης. Για παράδειγμα, ζητήματα που ο νόμος ή το καταστατικό επιφυλάσσουν στα μέλη δεν μπορούν να αποφασίζονται αποκλειστικά από τη διοίκηση. Τα μέλη του συμβουλίου οφείλουν να ενεργούν για τον συνεταιρισμό και να ενημερώνουν τη συνέλευση για τις ενέργειες και τα αποτελέσματα της διαχείρισης, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Στους αστικούς συνεταιρισμούς που διέπονται από τον Ν. 1667/1986 προβλέπεται τριμελές εποπτικό συμβούλιο. Το όργανο αυτό ασκεί έλεγχο στη διοίκηση κατά τους κανόνες του νόμου και του καταστατικού και δεν υποκαθιστά τη Γενική Συνέλευση ή το Διοικητικό Συμβούλιο. Η διάκριση ανάμεσα στη διαχείριση και στην εποπτεία επιτρέπει να εξετάζονται οι πράξεις της διοίκησης από διαφορετικό όργανο, με σαφώς οριοθετημένες αρμοδιότητες.

Για αγροτικούς συνεταιρισμούς, ο Ν. 4673/2020, άρθρο 4, προβλέπει ότι οι ιδρυτές διορίζουν προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο κατά τη σύσταση. Το προσωρινό συμβούλιο αποτελείται από τουλάχιστον τρία ιδρυτικά μέλη και ο αριθμός των μελών του είναι περιττός. Ο προσωρινός χαρακτήρας του συνδέεται με τη συγκρότηση του συνεταιρισμού και δεν πρέπει να συγχέεται με την εκλογή της διοίκησης από τα μέλη μετά την έναρξη λειτουργίας του σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες.

Η σύνθεση, η διάρκεια της θητείας, η αναπλήρωση και οι ειδικές αρμοδιότητες των οργάνων καθορίζονται από το αντίστοιχο νομικό πλαίσιο και το καταστατικό. Κατά την παρακολούθηση της διοίκησης, χρήσιμα σημεία αναφοράς είναι οι αποφάσεις των συνελεύσεων, τα πρακτικά και οι οικονομικές καταστάσεις που τίθενται στη διάθεση των μελών.

Συνεταιριστική μερίδα

Η συνεταιριστική μερίδα είναι η οικονομική συμμετοχή που αναλαμβάνει ένα μέλος κατά την είσοδό του ή, όπου επιτρέπεται, κατά τη μεταγενέστερη ενίσχυση της συμμετοχής του. Η αξία, ο αριθμός και ο τρόπος καταβολής της ορίζονται από το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο και το καταστατικό. Δεν ταυτίζεται αυτομάτως με μετοχή εμπορικής εταιρείας: η μερίδα λειτουργεί μέσα σε μια ιδιότητα μέλους με δικαιώματα και υποχρεώσεις, ενώ η ψήφος καθορίζεται από τους κανόνες της συγκεκριμένης μορφής.

Το καταστατικό πρέπει να εξηγεί τι συμβαίνει με τη μερίδα όταν ένα μέλος αποχωρεί ή όταν μεταβάλλεται η συμμετοχή του. Οι προϋποθέσεις επιστροφής, μεταβίβασης ή εκκαθάρισης εξαρτώνται από το σχετικό πλαίσιο και δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένες μόνο επειδή το ποσό έχει καταβληθεί. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να διακρίνονται η αρχική υποχρεωτική εισφορά, τυχόν πρόσθετες μερίδες και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις που μπορεί να προβλέπει το καταστατικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση. Σύμφωνα με τον Ν. 4430/2016, άρθρο 16, κάθε μέλος διαθέτει μία υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα αξίας τουλάχιστον 100 ευρώ. Μπορεί επίσης να αποκτήσει έως πέντε προαιρετικές μερίδες, οι οποίες δεν παρέχουν δικαίωμα ψήφου. Έτσι, η πρόσθετη οικονομική συμμετοχή δεν μεταβάλλει από μόνη της τη δύναμη ψήφου του μέλους.

Πριν από την καταβολή, ελέγξτε το ποσό ανά μερίδα, τον τρόπο πληρωμής, τα δικαιώματα που συνδέονται με αυτή και τους όρους επιστροφής κατά την αποχώρηση. Η απόδειξη καταβολής και η καταχώριση της συμμετοχής στα στοιχεία του συνεταιρισμού τεκμηριώνουν την οικονομική σχέση του μέλους με τον φορέα.

Φορολογία και πλεόνασμα

Η φορολογική επιβάρυνση ενός συνεταιρισμού εξαρτάται από τον εφαρμοστέο συντελεστή και τα φορολογητέα κέρδη του, όχι απλώς από τον κύκλο εργασιών του. Για τα νομικά πρόσωπα, ο γενικός συντελεστής είναι 22% για εισοδήματα από το φορολογικό έτος 2021 και μετά, ενώ για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς προβλέπεται ειδικός συντελεστής 10%. Παράλληλα, το πλεόνασμα που συνδέεται με συναλλαγές με τα μέλη έχει διαφορετική συνεταιριστική σημασία από το φορολογητέο κέρδος. Η διάκριση αυτή επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο καταγράφεται και διατίθεται το αποτέλεσμα, με ειδικό κανόνα κατανομής για τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις.

Συντελεστές φόρου

Για τα νομικά πρόσωπα, ο γενικός συντελεστής φόρου εισοδήματος είναι 22% για τα εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2021 και μετά. Η πρόβλεψη βρίσκεται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 του Ν. 4172/2013, όπως ισχύει. Πριν από τη μείωση, ο συντελεστής ήταν 24% για τα φορολογικά έτη 2019 και 2020. Η μεταβολή αυτή αφορά τον φόρο επί των φορολογητέων κερδών και όχι ποσοστό επί των συνολικών εσόδων ή των εισπράξεων του συνεταιρισμού.

Το άρθρο 58 παράγραφος 2 του ίδιου νόμου ορίζει συντελεστή 10% για τα κέρδη αγροτικών συνεταιρισμών, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2020. Πρόκειται για ειδική φορολογική μεταχείριση της συγκεκριμένης νομικής κατηγορίας· δεν εφαρμόζεται αυτομάτως σε κάθε συνεταιρισμό που δραστηριοποιείται στον αγροτικό χώρο. Καθοριστική είναι η νομική μορφή του φορέα και η υπαγωγή του στις προϋποθέσεις της διάταξης.

Για παράδειγμα, αν νομικό πρόσωπο έχει φορολογητέα κέρδη 10.000 ευρώ και υπάγεται στον γενικό συντελεστή 22%, ο φόρος υπολογίζεται σε 2.200 ευρώ: 10.000 × 22%. Μετά τον συγκεκριμένο φόρο απομένουν 7.800 ευρώ, πριν ληφθούν υπόψη τυχόν άλλες φορολογικές προσαρμογές ή υποχρεώσεις. Αν τα ίδια φορολογητέα κέρδη ανήκαν σε αγροτικό συνεταιρισμό που δικαιούται τον συντελεστή 10%, ο υπολογισμός του φόρου θα ήταν διαφορετικός. Η βάση υπολογισμού είναι τα φορολογητέα κέρδη που προκύπτουν σύμφωνα με τους κανόνες του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Πώς μοιράζεται το αποτέλεσμα

Το πλεόνασμα από συναλλαγές με μέλη περιγράφει το αποτέλεσμα που συνδέεται με τη συμμετοχή τους στις δραστηριότητες του συνεταιρισμού. Δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το φορολογητέο κέρδος: το πρώτο αφορά τη συνεταιριστική σχέση και τον τρόπο διάθεσης του αποτελέσματος, ενώ το δεύτερο είναι η βάση στην οποία εφαρμόζονται οι φορολογικοί κανόνες. Γι’ αυτό η ύπαρξη πλεονάσματος δεν σημαίνει από μόνη της ότι το ποσό απαλλάσσεται από φόρο ή ότι μπορεί να διανεμηθεί χωρίς να εξεταστούν η νομική μορφή και οι σχετικές διατάξεις.

Η αρχή της οικονομικής συμμετοχής, όπως διατυπώνεται από τη Διεθνή Συνεταιριστική Συμμαχία, συνδέει τη χρήση του πλεονάσματος με τη συνεταιριστική λειτουργία. Μέρος του μπορεί να παραμένει στον συνεταιρισμό για την ανάπτυξή του, ενώ όφελος μπορεί να επιστρέφεται στα μέλη ανάλογα με τις συναλλαγές τους με αυτόν. Μπορεί επίσης να στηρίζει δραστηριότητες που εγκρίνουν τα μέλη. Η αναλογικότητα αφορά τη συναλλακτική συμμετοχή και δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με διανομή ανάλογη προς το κεφάλαιο που έχει εισφέρει κάθε μέλος.

Για τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις ισχύει ειδικός κανόνας του άρθρου 21 του Ν. 4430/2016. Από τα κέρδη, 5% σχηματίζει το τακτικό αποθεματικό. Ποσοστό έως 35% προορίζεται για τους εργαζομένους, με την επιφύλαξη της δυνατότητας διαφορετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση με την απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων. Το υπόλοιπο διατίθεται για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την επέκταση της παραγωγικής δραστηριότητας της επιχείρησης.

Η σειρά αυτή κατανομής αφορά τα κέρδη της ΚοινΣΕπ και δεν πρέπει να συγχέεται με την επιστροφή πλεονάσματος στα μέλη βάσει των συναλλαγών τους. Για κάθε συνεταιρισμό, το ποσό που μπορεί να διατεθεί προκύπτει αφού προσδιοριστούν τα αποτελέσματα και εφαρμοστούν οι ειδικοί κανόνες της αντίστοιχης μορφής. Στην ΚοινΣΕπ, η πρόβλεψη για αποθεματικό, εργαζομένους και ανάπτυξη καθορίζει συγκεκριμένα πού κατευθύνονται τα κέρδη.

Συχνές ερωτήσεις για τον συνεταιρισμό

Οι απαντήσεις συνοψίζουν βασικά ζητήματα ίδρυσης, λειτουργίας, ιστορίας και φορολογίας ενός συνεταιρισμού.

Πόσα άτομα χρειάζονται για να ιδρυθεί συνεταιρισμός;

Ο ελάχιστος αριθμός ιδρυτών είναι 15 για αστικό συνεταιρισμό, 100 για καταναλωτικό, 10 για αγροτικό και 5 ή 7 για ΚοινΣΕπ, ανάλογα με τον τύπο της. Για παράδειγμα, πέντε ιδρυτές μπορούν να συστήσουν ΚοινΣΕπ Συλλογικής και Κοινωνικής Ωφέλειας, ενώ για ΚοινΣΕπ Ένταξης απαιτούνται επτά. Τα όρια προκύπτουν από διαφορετικές νομοθετικές διατάξεις, όπως ο Ν. 1667/1986 για τους αστικούς και ο Ν. 4430/2016 για τις ΚοινΣΕπ. Επειδή οι κανόνες ενδέχεται να αλλάξουν ή να εξαρτώνται από την περίπτωση, επιβεβαιώστε τον απαιτούμενο αριθμό με δικηγόρο ή λογιστή πριν από την ίδρυση.

Ποια είναι η διαφορά συνεταιρισμού και εταιρείας;

Στον συνεταιρισμό ισχύει κατά κανόνα «ένα μέλος, μία ψήφος», ενώ σε μια ανώνυμη εταιρεία οι ψήφοι συνδέονται συνήθως με τις μετοχές. Έτσι, στον συνεταιρισμό ο έλεγχος δεν καθορίζεται απλώς από το ύψος της συμμετοχής κάθε μέλους, ενώ στην ανώνυμη εταιρεία μεγαλύτερος αριθμός μετοχών μπορεί να προσφέρει ισχυρότερη εκλογική επιρροή. Διαφέρει επίσης ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται η ιδιοκτησία και η διάθεση του αποτελέσματος, σύμφωνα με το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο και το καταστατικό. Ο συγκριτικός πίνακας της σελίδας συνοψίζει τις βασικές διαφορές ανά μορφή.

Τι είναι η ΚοινΣΕπ;

Η ΚοινΣΕπ είναι κοινωνική συνεταιριστική επιχείρηση, δηλαδή φορέας κοινωνικής οικονομίας που διέπεται από τον Ν. 4430/2016. Χρειάζεται τουλάχιστον 5 ιδρυτές για την κατηγορία Συλλογικής και Κοινωνικής Ωφέλειας και 7 για την ΚοινΣΕπ Ένταξης. Το άρθρο 16 ρυθμίζει τη συνεταιριστική μερίδα, ενώ το άρθρο 21 ορίζει τον τρόπο διάθεσης των κερδών, με προβλέψεις για αποθεματικό, εργαζομένους και ανάπτυξη της δραστηριότητας. Η συγκεκριμένη μορφή συνδέει την επιχειρηματική λειτουργία με κοινωνικό σκοπό· οι όροι σύστασης και λειτουργίας πρέπει να ελέγχονται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.

Ποιος ήταν ο πρώτος συνεταιρισμός;

Το Ρότσντεϊλ του 1844 θεωρείται ο πρώτος σύγχρονος συνεταιρισμός με διαρκή και οργανωμένη λειτουργία. Η Εταιρεία Δίκαιων Πρωτοπόρων του Ρότσντεϊλ ιδρύθηκε στην Αγγλία από 28 υφαντουργούς και άλλους εργαζομένους, οι οποίοι οργάνωσαν κοινό κατάστημα για την προμήθεια βασικών αγαθών. Το εγχείρημά τους έγινε ιστορικό σημείο αναφοράς για τις συνεταιριστικές αρχές και την οργάνωση μελών. Στον ελληνικό χώρο, πρόδρομο παράδειγμα συλλογικής οικονομικής οργάνωσης αποτελεί η Κοινή Συντροφία των Αμπελακίων, που αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα.

Πώς φορολογείται ένας αγροτικός συνεταιρισμός;

Τα φορολογητέα κέρδη αγροτικού συνεταιρισμού υπάγονται σε συντελεστή 10%, σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2020. Ο συντελεστής αφορά τη φορολόγηση των κερδών και δεν σημαίνει ότι κάθε έσοδο ή συναλλαγή αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο. Η φορολογική μεταχείριση μπορεί να επηρεάζεται από το είδος της δραστηριότητας, τα λογιστικά δεδομένα και τυχόν ειδικές διατάξεις. Για την εφαρμογή του συντελεστή στη συγκεκριμένη περίπτωση και για τυχόν μεταγενέστερες αλλαγές, ζητήστε έλεγχο από λογιστή ή δικηγόρο.